ευσάλευτος

εὐσάλευτος, -ον (ΑΜ)
αυτός που σαλεύει, που σείεται εύκολα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐσάλευτον — εὐσάλευτος easily shaken masc/fem acc sg εὐσάλευτος easily shaken neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαλεύτους — εὐσάλευτος easily shaken masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσαλεύτων — εὐσάλευτος easily shaken masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσάλευτα — εὐσάλευτος easily shaken neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐσάλευτοι — εὐσάλευτος easily shaken masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πανσάλευτος — ον, Μ πάρα πολύ ευμετάβολος. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + σαλεύω (πρβλ. ευσάλευτος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.